μονῳδίαι

μονῳδίαι
μονῳδία
monody
fem nom/voc pl
μονῳδίᾱͅ , μονῳδία
monody
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • μονῳδίᾳ — μονῳδίαι , μονῳδία monody fem nom/voc pl μονῳδίᾱͅ , μονῳδία monody fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Софистика — два господствующих течения в умственной жизни греков: первое относится ко 2 й половине V в. до Р. Хр.; второе ко II в. до Р. Хр. 1) После периода быстрого развития, за который греческая наука выработала несколько ценных понятий о природе, в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Χαριτώνυμος, Γεώργιος — (; – Pώμη, 1478). Λόγιος του 15ου αι., γνωστός και ως Ερμώνυμος. Καταγόταν από την Σπάρτη και υπήρξε μαθητής του Γεωργίου Πλήθωνα ή Γεμιστού. Ο X. συνέβαλε στο να διαδοθούν τα ελληνικά γράμματα στην Ιταλία και στη Γαλλία. Ο πάπας Σίξτος ο Δ’ τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”